ανταποκριτής

[антапокритис] ома. а. корреспондент,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταποκριτής" в других словарях:

  • ανταποκριτής — ο (θηλ. τρια, η) ο συνεργάτης εφημερίδας (ή άλλου μέσου μαζικής ενημέρωσης) ο οποίος στέλνει πληροφορίες και άρθρα από άλλη περιοχή ή χώρα στην έδρα της εφημερίδας του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανταποκρίνομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1805 σε επιγραφή… …   Dictionary of Greek

  • ανταποκριτής — ο θηλ. ίτρια 1. αυτός που στέλνει πληροφορίες αλλού γι αυτά που συμβαίνουν στον τόπο της διαμονής του: Την πληροφορία είχε η εφημερίδα από τον ανταποκριτή της στη Ν. Υόρκη. 2. αντιπρόσωπος εμπόρου, τράπεζας κτλ.: Η τράπεζα αυτή έχει ανταποκριτές… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βουτιερίδης, Ηλίας — (Σουλινά Ρουμανίας 1874 – Αθήνα 1941). Δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε ηλικία τεσσάρων ετών, τελείωσε το Βαρβάκειο και σπούδασε έπειτα στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μαθητής ακόμα… …   Dictionary of Greek

  • Χαμουδόπουλος — Επώνυμο Ελλήνων δημοσιογράφων. 1. Αντώνιος (Σμύρνη 1890 – ;). Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή. Από το 1913 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου διετέλεσε συντάκτης πολλών εφημερίδων και αργότερα ανταποκριτής στη Ρώμη. Από το 1925 ήταν ανταποκριτής του… …   Dictionary of Greek

  • εμπρός — Τίτλος ημερήσιας αθηναϊκής εφημερίδας, που ιδρύθηκε το 1896 από τον Δημήτριο Καλαποθάκη. Στην εφημερίδα συνεργάστηκε ο Κωστής Παλαμάς, υπογράφοντας με το λατινικό γράμμα W, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, που έγραψε χρονογράφημα με το ψευδώνυμο Διαβάτης,… …   Dictionary of Greek

  • καινοθήρας — ο 1. αυτός που θηρεύει τα καινά, εκείνος που επιδιώκει να μάθει νέα πράγματα 2. αυτός που αποδέχεται πρόθυμα και χωρίς κρίση καθετί νέο και περιφρονεί την παράδοση. [ΕΤΥΜΟΛ. < καινός + θήρας (< θήρα), πρβλ. θεσι θήρας, προικο θήρας. Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • Αθανασιάδης-Νόβας, Θεμιστοκλής — (Ναύπακτος 1896 – Κέρκυρα 1961). Ποιητής και πεζογράφος. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στη Γερμανία. Χρημάτισε νομάρχης στους νομούς Κερκύρας, Ζακύνθου, Λέσβου, Χίου, Αχαΐας, Θεσσαλονίκης, Μαγνησίας και Σάμου, όπως επίσης και …   Dictionary of Greek

  • Αθάνατος, Κώστας — (Καλαμάτα 1896 – Αθήνα 1970). Ψευδώνυμο του δημοσιογράφου Κώστα Καραμούζη. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Ως πολεμικός ανταποκριτής συγκέντρωσε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο του Περπατώντας η Δόξα. Τα… …   Dictionary of Greek

  • Αλβάρο, Κοράντο — (Corrado Alvaro, 1895 – 1956). Ιταλός συγγραφέας. Πήρε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο τραυματίστηκε βαριά. Συνεργάστηκε ως συντάκτης και ανταποκριτής των εφημερίδων Il Mondo, La Stampa και Corriere della Sera. Μετά την πτώση του… …   Dictionary of Greek

  • Αντωνακάκης, Αντώνιος — (Καλαμάτα 1911 – Αθήνα 1973). Δημοσιογράφος. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άρχισε να δημοσιογραφεί στο Θάρρος της Καλαμάτας. Αργότερα ήρθε στην Αθήνα και έγινε συντάκτης, διαδοχικά, των εφημερίδων Ελληνικός Ταχυδρόμος, Βραδυνή,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.